GreekGreek Nouns › Greek 3rd Declension

Third Declension Paradigms


Consonant Stem Endings: Labial (π, β, φ), Palatal (κ, γ, χ), Dental(τ, δ, θ), Liquid (λ, ρ), and Nasal (ν).

Vowel Endings: vowels ([ες, ας], [ι, υ], [ευ, αυ, ου], and οι).

The formation of the nominative is generally as follows:

The stem endings for all other cases are:
Masculine: ντ, ητ, ωτ,ν, ρ, ευ.
Feminine: γον, τητ, δ, θ, ι, υ, οι, ατ, αρ, ας, ες, ι, υ.
Neuter: ατ, αρ, ας, ες, ι, υ.

Case Endings: π, β, φ, τ, δ, θ, κ, γ, χ, λ, ρ, and ν Stems
Singular
Dual
Plural
Nom.
ς (none)
N. A. V.
ε
M. & F. Neut.
Gen.
ος [ευς , ους, ως]
G. D.
οιιν
N. V.
ες [εις, ους]
α, [η, ω]
Dat.
ι [ῳ]
Gen.
ων
Acc.
ν, α [η, ω]
Dat.
σι, εσσι, εσι
Voc. none Acc.
ς, ας [ις, υς, εις]
α, [η]

3rd Declension: Labial (π, β, φ) and Palatal (κ, γ, χ) Stems
Singular
Αἰθίοψ, (Αἰθιοπ-)
Ethiopian
φλέψ, (φλεβ-)
vein, artery
αἴξ, ὁ ἡ (αἰγ-)
goat
θρίξ, (τριχ-)
hair
Nom.
αἰθίοψ
φλέψ
αἴξ
θρίξ
Gen.
αἰθίοπος
φλεβός
αἰγός
τριχός
Dat.
αἰθίοπι
φλεβί
αἰγί
τριχί
Acc.
αἰθίοπα
φλέβα
αἰγα
τρίχα
Voc.
αἰθίοψ
φλέψ
αἴξ
θρίξ
Dual
N. A. V.
αἰθίοπε
φλέβε
αἶγε
τρίχε
G. D.
αἰθιόποιν
φλεβοῖν
αἰγοῖν
τριχοῖν
Plural
N. V.
αἰθίοπες
φλέβες
αἶγες
τρίχες
Gen.
αἰθιόπων
φλεβῶν
αἰγῶν
τριχῶν
Dat.
αἰθιόπεσσι [αἰθίοψι]
φλεψί
αἴγεσσι
[αἰξί]
θριξί
Acc.
αἰθίοπας
φλέβας
αἶγας
τρίχας

3rd Declension: Dental Stems (τ, δ, θ)
Singular
ἄναξ, (ϝανακτ-)
king, lord
σῶμα, τὸ (σωματ-)
body
ἐλπίς, (ἐλπιδ-)
hope
ὄρνις, ὁ ἡ (ὀρνιθ-)
bird
Nom.
ἄναξ
σῶμα
ἐλπίς
ὄρνις
Gen.
ἄνακτος
σώματος
ἐλπίδος
ὄρνιθος
Dat.
ἄνακτι
σώματι
ἐλπίδι
ὄρνιθι
Acc.
ἄνακτα
σῶμα
ἐλπίδα
ὄρνιν
Voc.
ἄναξ
σῶμα
ἐλπί
ὄρνι
Dual
N. A. V.
ἄνακτε
σώματε
ἐλπίδε
ὄρνιθε
G. D.
ἀνάκτοιν
σωμάτοιν
ἐλπίδοιν
ὀρνίθοιν
Plural
N. V.
ἄνακτες
σώματα
ἐλπίδες
ὄρνιθες
Gen.
ἀνάκτων
σωμάτων
ἐλπίδων
ὀρνίθων
Dat.
ἄναξι
σώμασι
ἐλπίσι
ὄρνισι
Acc.
ἄνακτας
σώματα
ἐλπίδας
ὄρνιθας

3rd Declension: Liquid (λ, ρ) and Nasal (ν) Stems
Singular
ἀγών, (ἀγων-)
gathering
ῥήτωρ (ῥητορ-)
orator
θήρ (θηρ-)
beast
Nom.
ἀγών
ῥήτωρ
θήρ
Gen.
ἀγῶνος
ῥήτορος
θηρός
Dat.
ἀγῶνι
ῥήτορι
θηρί
Acc.
ἀγῶνα
ῥήτορα
θῆρα
Voc.
ἀγών
ῥῆτορ
θήρ
Dual
N. A. V.
ἀγῶνε
ῥήτορε
θῆρε
G. D.
ἀγώνοιν
ῥητόροιν
θηροῖν
Plural
N. V.
ἀγῶνες
ῥήτορες
θῆρες
Gen.
ἀγώνων
ῥητόρων
θηρῶν
Dat.
ἀγῶσι
ῥήτορσι
θηρσί
Acc.
ἀγῶνας
ῥήτορας
θῆρας


SIGMA STEMS CONTRACT when the stem sigma drops off between the vowel and the stem. Hence γένε(σ)ος becomes γένους
. Often the stems in ι and υ have ε instead of ι and ως instead of ος in the genitive singular such as the genitive singular πόλεως when would normally expect πόλιος. Contraction also regularly takes place when possible.

3rd Declension: Vowel Stems In ες, ας and ι, υ
Singular
γένος, τὸ (γενεσ-)
race, people
γέρας, τὸ (γερασ-)
Prize
πόλις, (πολι-)
city-state
ἰχθύς, (ἰχθυ-)
fish
Nom.
γένος
γέρας
πόλις
ἰχθύς
Gen.
γένους [γένε-ος]
γέρως [γέρα-ος]
πόλεως
ἰχθύος
Dat.
γένει
γέραι
πόλει
ἰχθύϊ
Acc.
γένος
γέρας
πόλιν
ἰχθύν
Voc.
γένος
γέρας
πόλι
ἰχθύ
Dual
N. A. V.
γένει [γένε-ε]
γέρα [γέρα-α]
πόλει
ἰχθύε
G. D.
γενοῖν [γενέ-οιν]
γέρῳν [γερά-οιν]
πολέοιν
ἰχθύοιν
Plural
N. V.
γένη [γένε-α]
γέρα [γέρα-α]
πόλεις
ἰχθύες
Gen.
γενῶν [γενέ-ων]
γερῶν [γερά-ων]
πόλεων
ἰχθύων
Dat.
γένεσι
γέρασι
πόλεσι
ἰχθύσι
Acc.
γένη [γένε-α]
γέρα [γέρα-α]
πόλεις
ἰχθῦς


3rd Declension: Vowel Stems In ευ, αυ, ου, and οι
Singular
βασιλεύς, (βοσιληυ-, -ευ-)
king, chief
ναῦς (νηῦς), (ναυ-)
ship
βοῦς, ὁ ἡ (βου-)
cow, ox
Nom.
βασιλεύς
ναῦς [νηῦς]
βοῦς
Gen.
βασιλέως [-ῆος]
νεώς [νηός]
βοός
Dat.
βασιλε [-ῆι]
νηΐ [νηί]
βοΐ
Acc.
βασιλέα [-ῆα]
ναῦν [νῆα]
βοῦν
Voc.
βασιλεῦ
ναῦ [νηῦ]
βοῦ
Dual
N. A. V.
βασιλ [-ῆε]
νῆε
βόε
G. D.
βασιλέοιν [-ήοιν]
νεοῖν [νηοῖν]
βοοῖν
Plural
N. V.
βασιλῆς [-ῆες]
νῆες
βόες
Gen.
βασιλέων [-ήων]
νεῶν [νηῶν]
βοῶν
Dat.
βασιλεῦσι [-ήεσσι]
ναυσί [νηυσι]
βουσί
Acc.
βασιλέας [-ῆας]
ναῦς [νῆας]
βοῦς


Top
Creative Commons License © 2009-2010 Benjamin Mullikin :: XHTML :: CSS